4menu.gr Λεξικό Γεύσεων
Εγγραφές:
63
Σελίδα 1 από 4
A
- Amuse bouche
- Μικρές μπουκιές που σερβίρονται κατ' επιλογήν του chef ως καλωσόρισμα. Ο ρόλος τους είναι να προετοιμάσουν το έδαφος, πριν καταφθάσουν τα ορεκτικά και τα κυρίως πιάτα.
B
- Brownie
- Υγρό κέικ σοκολάτας.
C
- Ceviche
- Ωμό ψάρι κομμένο σε κύβους και «ψημένο» σε μαρινάδα από χυμό μοσχολέμονου, σκόρδου, κρεμμυδιού, καυτερής πιπεριάς και αρωματικών.
- Chives
- Ελληνιστί σχοινόπρασο. Είδος κρεμμυδιού με λεπτά πράσινα φύλλα, ιδανικά για φιγουράτη γαρνιτούρα σε σαλάτες, ψάρια κλπ.
- Coulis
- Παχύρευστη σάλτσα από πουρέ λαχανικών ή φρούτων, η οποία «δένει» άψογα με σπεσιαλιτέ κρεατικών και λαχανικών. Χρησιμοποιείται και ως βάση για σούπες ή άλλες σος, ενώ τα coulis φρούτων συνήθως χρησιμοποιούνται στα επιδόρπια.
H
- Horseradish
- Πρόκειται για το φυτό χρένο, μια καφέ ρίζα με έντονη, καυτερή γεύση, που αποτελεί τη βάση για την ομώνυμη σος με το χυμό λεμονιού, το ξίδι και την κρέμα γάλακτος.
O
- Orrecchiette
- Ιταλικά ζυμαρικά με σχήμα αυτιού —orrecchiette στα ιταλικά σημαίνει «μικρά αυτιά».
P
- Papillote
- Μέθοδος μαγειρέματος, σύμφωνα με την οποία ένα φαγητό τυλίγεται με αλουμινόχαρτο ή λαδόχαρτο και ψήνεται στο φούρνο.
Α
- Αγιολί
- Σάλτσα που παρασκευάζεται από σκόρδο, μαγιονέζα, ξίδι, χυμό λεμονιού, αυγά, αλάτι και ελαιόλαδο. Συνήθως σερβίρεται ως συνοδευτικό ντιπ για ψάρια, θαλασσινά και πουλερικά.
- Αντίβ
- Πρόκειται για είδος ραδικιού με κατσαρά πράσινα φύλλα και πικρούτσικη γεύση. Τρώγεται ωμό, κομμένο σε χοντρά κομμάτια στις σαλάτες, ενώ όταν μαγειρεύεται, παραδόξως γλυκαίνει!
Β
- Βινεγκρέτ
- Μείγμα που αποτελείται από ξίδι, ελαιόλαδο, αλάτι, πιπέρι, μουστάρδα και μέλι. Πώς θα το φτιάξετε; Απλώς, χτυπάτε όλα τα υλικά στο multi.
Γ
- Γκασπάτσο
- Παραδοσιακή κρύα, πηχτή σούπα της Ισπανίας. Φτιάχνεται με ντομάτες, σκόρδο, λάδι, ξύδι, κόκκινες πιπεριές και τριμμένη ψίχα ψωμιού.
- Γκοργκοντζόλα
- Μαλακό ιταλικό τυρί από γάλα αγελάδας. Μοιάζει με το ροκφόρ, ωστόσο δεν είναι τόσο σκληρό και αρμυρό.
Ε
- Εσκαλόπ
- Λεπτές λωρίδες κρέατος.
- Εστραγκόν
- Αρωματικό βότανο με έντονο άρωμα, το οποίο συχνά βρίσκουμε ως μυρωδικό μέσα στο ξίδι.
Ζ
- Ζαφορά
- Κρόκος, ο ελληνικός. Ακριβό μπαχαρικό με πορτοκαλοκίτρινο χρώμα και έντονη μυρωδιά που παράγεται κυρίως στην Κοζάνη. Σε όποια συνταγή και αν χρησιμοποιηθεί, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα προσδώσει χαρακτηριστική γεύση και κίτρινο χρώμα.
- Ζουλιέν
- Κόψιμο λαχανικών σε λεπτές μακρόστενες λωρίδες.
Κ
- Καρέ
- Αναφέρεται σε κοπή λαχανικών ή κρεάτων σε σχήμα κύβου.
- Καρπάτσιο
- Συνώνυμο του ωμού —κατά κύριο λόγο-κρέατος.
- Κονκασέ
- Κύβοι αποφλοιωμένης ντομάτας σε κονσέρβα.



